Ύδρα, Σπέτσες και Ψαρά. Και τι δεν έχει να πει η ιστορία γι αυτά τα νησιά! Μόνο το άκουσμά τους συνεπαίρνει και ηλεκτρίζει, ηχεί σαν σύμβολο, παραπέμπει σε αγώνες κοινούς, σε κατορθώματα ομαδικά, σε χρόνους ηρωικούς, σε δοξασμένες εποχές, τότε που η συλλογική προσπάθεια για ελευθερία θριάμβευε με αίμα πολύ και αφάνταστες δυσκολίες. Ακούμε το όνομά τους και γεμίζουμε υπερηφάνεια.

Η σημαία των Ψαρών κατά την Ελληνική Επανάσταση 1821

Η σημαία της Ύδρας κατά την Ελληνική Επανάσταση 1821

Η σημαία των Σπετσών κατά την Ελληνική Επανάσταση 1821

Υδραίοι, Σπετσιώτες και Ψαριανοί. Σκληροτράχηλοι και παράτολμοι. Η ελληνική ναυτοσύνη σε όλο της το μεγαλείο. Όργωναν τις θάλασσες νύχτα μέρα, τα ’βαζαν με θύελλες, με κουρσάρους και με στόλους τρανούς. Γνωστοί σ’ όλη τη Μεσόγειο ως οι «καλύτεροι ναύτες της Ανατολής». Έμπιστοι στις ναυτιλιακές αγορές και περιζήτητοι από τις αγγλικές μοίρες για τις επιχειρήσεις και τις καταδρομές τους . Συνεχιστές μιας μακρόχρονης ναυτικής παράδοσης του έθνους μας, που κρατάει άρρηκτη την ταυτότητά μας.

Μετά από αιώνες υποταγής, σκότους και αμάθειας, η αφύπνιση του εθνικού αισθήματος και η ιδέα της κατάκτησης της ελευθερίας, ήρθαν σ’ αυτόν τον τόπο μέσα από τη θάλασσα. Δεν μπορούσε να γίνει αλλιώς. Στο γνώριμό τους αυτό υγρό στοιχείο άρχισαν οι υπόδουλοι Έλληνες να δραστηριοποιούνται, να αναπτύσσονται, να πλουτίζουν και να ισχυροποιούνται δυναμικά.

——————-

Τα νησιά του Αργοσαρωνικού και των ακριτικών Ψαρών απέκτησαν αξιόλογο στόλο από εξοπλισμένα εμπορικά πλοία με εμπειροπόλεμους καπεταναίους και ναύτες, που από ιδιοσυγκρασία φάνηκαν οι τολμηρότεροι και πιο ψυχωμένοι. Με τα φέσια, τις βράκες και το φαρδύ ζωνάρι στα άσπρα καλντερίμια των νησιών τους, ή με τον ακονισμένο σαλτιρμά και το βαρύ τρομπόνι στην κουβέρτα των καραβιών, αποπειράθηκαν το απίστευτο, να σηκώσουν το βάρος του αγώνα, όταν έφθασε η μεγάλη ώρα. Το περίφημο τρινήσιο ναυτικό της Επανάστασης του ’21, που έδωσε ναυμάχους και μπουρλοτιέρηδες, ήταν έτοιμο.

Όταν αποφασίστηκε η ελληνική επανάσταση, ο ελληνικός στόλος αναλάμβανε το βαρύτατο έργο να αντιμετωπίσει τον οθωμανικό στη θάλασσα. Παρ’ όλο ότι τα εσωτερικά προβλήματα της οθωμανικής αυτοκρατορίας ευνοούσαν τα σχέδια της Φιλικής Εταιρείας για την προετοιμασία της επανάστασης, η Τουρκία παρέμενε μια μεγάλη δύναμη – σε στεριά και θάλασσα – ικανή να καταστείλει οποιαδήποτε εξέγερση στον αδύναμο ελληνικό χώρο.

Ποια ήταν η ναυτική δύναμη του τρινήσιου ελληνικού στόλου;

Σύμφωνα με το Κατάστιχο των πλοίων που κατείχαν η Ύδρα και οι Σπέτσες στην έναρξη του αγώνα (Ιστορικό Αρχείο Ύδρας, τ. 16, σελ. 187), το οποίο
καταρτίσθηκε κατ’ εντολή της «Επί των Ναυτικών Β. Γραμματείας της Επικρατείας» το 1833, ήσαν: Ύδρα 124, Σπέτσες 47. Αν δεχθούμε ότι ικανά πλοία για τακτικές ναυμαχίες ήσαν τα άνω των 200 τόνων, τότε οι αριθμοί των πλοίων ήσαν 73 και 46, αντίστοιχα. Τα Ψαρά, σύμφωνα με όλους τους ιστορικούς, διέθεταν τότε 40 πλοία.

Τα περισσότερα ελληνικά πλοία ήσαν εμπορικοί πάρωνες, με μέσο εκτόπισμα τους 250 τόνους περίπου και εξοπλισμένα με 8-16 ελαφρά κανόνια
μικρού βεληνεκούς και μικρότερες γολέτες. Το βασικό όπλο του ελληνικού στόλου ήταν το πυρπολικό που τρομοκρατούσε τους Οθωμανούς, προκαλούσε σύγχυση στους σχηματισμούς των πλοίων τους και σοβαρές ζημιές.

Ποια ήταν η ναυτική δύναμη του σουλτανικού στόλου, τότε;

Κατά τον Jurien de la Graviѐre, αποτελείτο από 17 πλοία της γραμμής (4 τρίκροτα και 13 δίκροτα των 74 πυροβόλων), 7 φρεγάτες, 5 κορβέτες και πάρωνες. Ο ιστορικός Τρικούπης αυξάνει τις φρεγάτες σε 20. Έφεραν βαριά πυροβόλα με μεγάλο βεληνεκές.

Θαυμάζει κανείς, πώς κατόρθωσαν μικρά εμπορικά σκάφη με ελαφρά κανόνια να αντιμετωπίσουν τα τεράστια πλοία των στόλων της Κωνσταντινούπολης, της Τύνιδας, της Αλγερίας και της Αιγύπτου με τα βαριά τους πυροβόλα μεγάλου βεληνεκούς! Θαυμάζει κανείς και απορεί, πώς κατόρθωσαν απλοί έμποροκαπετάνιοι, σαν τον Μιαούλη, τον Τομπάζη, τον Σαχτούρη, τον Ανδρούτσο, τον Αποστόλη, τον Κριεζή, τον Κυριακού, τον Λεμπέση… να γίνουν στόλαρχοι και ναύαρχοι, ισάξιοι – κατά τον Γάλλο ναύαρχο και Ακαδημαϊκό Jurien de la Graviѐre – προς τους μεγάλους Άγγλους και Ολλανδούς ναυάρχους Drake, Tromp, Rhyther!  Θαυμάζει κανείς, πώς κατόρθωσαν απλοί συντροφοναύτες, όπως ο Κανάρης, ο Παπανικολής, ο Πιπίνος, οι Ματρόζοι, ο Νικόδημος, ο Γιαννίτσης, ο Θεοχάρης, ο Μπότασης, ο Χατζηαναργύρου οι Βωκαίοι, οι Βουλγαραίοι, ο Μουσσούς, ο Τσάπελης, ο Μέξης… να γίνουν ναυμάχοι και στολοκάφτες πυρπολητές – οι «μισοί θεοί» (οι ημίθεοι), κατά τον Ιωάννη Μακρυγιάννη – και τα σιτοκάραβα ανίκητα πολεμικά!

Ανδρ. Μιαούλης

Γ. Σαχίνης

Αν. Τσαμαδός

Ιων. Τομπάζης

Γ. Σαχτούρης

Αντ. Οικονόμου

Δύο χαρακτηριστικά σχόλια επωνύμων απαντούν στα ερωτήματα αυτά:

Ο Υδραίος Αντώνιος Λιγνός, ακαδημαϊκός-ιστοριοδίφης και Διευθυντής του Ιστορικού Αρχείου της Κοινότητος της Ύδρας, γράφει: «Η ναυτική δύναμις της Τουρκίας απέναντι της ναυτικής δυνάμεως των τριών νήσων ήτο φοβερά. Κολοσσοί και κινητά φρούρια τα πλοία της Τουρκίας, λέμβοι απέναντι αυτών τα ελληνικά…Αλλά, όπερ σπουδαιότατον, υπήρχε η διαφορά εις το έμψυχον υλικόν. Οι ναύται των ελληνικών ήσαν εμπειρότατοι ναυτικοί. Αυτοί απετέλουν πριν του τουρκικού στόλου την ψυχήν…Αυτοί ανερριχώντο εις τους ιστούς μετεωριζόμενοι μεταξύ του υγρού στοιχείου και του ουρανού δια τον χειρισμόν των ιστίων…Εντεύθεν οι θρίαμβοι του ελληνικού στόλου, οσάκις ευρέθη αντιμέτωπος
προς τον τουρκικόν».

Ο δε Θεόδωρος Κολοκοτρώνης, σε λόγο που εκφώνησε στην Πνύκα στις 8 Νοεμβρίου του 1836, είπε μεταξύ άλλων: «Όταν αποφασίσαμεν να κάμωμεν την επανάστασιν κανένας φρόνιμος δεν μας είπε: πού πάτε εδώ να πολεμήσετε με σιτοκάραβα τα βατσέλα (τα τουρκικά πλοία γραμμής); Αλλά ως μία βροχή έπεσεν εις όλους μας η επιθυμία της ελευθερίας και όλοι εσυμφωνήσαμεν και εκάμαμεν την επανάστασιν».

Οι υπεύθυνες ηγεσίες των νησιών χειρίστηκαν όλο τον αγώνα με τρόπο που αποδεικνύει ότι είχαν κατανοήσει πλήρως τον σημαντικό ρόλο που είχε να παίξει το ναυτικό στην επανάσταση. Οι Πρόκριτοι που άσκησαν την ανωτέρα διεύθυνση και οι ναύαρχοι που εκτέλεσαν τις πολεμικές επιχειρήσεις, σπανιότατα παρέκκλιναν από τις βασικές αρχές της Ναυτικής Στρατηγικής, όπως την ευκινησία, την καταδίωξη, την έρευνα, την ασφάλεια και ιδίως την εμμονή στο σκοπό, την επιθετικότητα και τον αιφνιδιασμό. Είναι δε εντυπωσιακό το πόσο σωστά επέλεγαν τον κύριο αντικειμενικό σκοπό του ναυτικού αγώνα, ο οποίος ήταν η καταστροφή της εχθρικής δύναμης, όπως διδάσκεται σήμερα στις Ναυτικές Σχολές Πολέμου.

Αρκετά διαφωτιστική, επί του προκειμένου, είναι η επιστολή που έστειλαν οι Πρόκριτοι της Ύδρας προς τους Πελοποννησίους, στις 22 Απριλίου του 1821:
«…διότι ο αναγκαιότατος σκοπός του κοινού τούτου Αγώνος είναι το να καταβάλωμεν την θαλασσίαν εκείνην δύναμιν του εχθρού, η οποία αν δεν
απαντηθή όχι μόνον καταστρέφει τας Κυκλάδας νήσους, αλλά και αυτήν την Πελοπόννησον». Ο δε Μιαούλης, όποτε εντόπιζε εχθρική μοίρα που συνόδευε μεταγωγικά με στρατό, κατά κανόνα επιτίθετο πρώτα κατά της μάχιμης αυτής μοίρας, διότι καταστρέφοντας αυτή, εύκολα στη συνέχεια η νηοπομπή θα γινόταν λεία του. Αυτό το σχέδιο εφάρμοσε στην πρώτη νυχτερινή ναυμαχία έξω από το Ηράκλειο της Κρήτης, την 1η Νοεμβρίου 1824, κατά του ενωμένου τούρκοαιγυπτιακού στόλου υπό τον Ιμπραήμ. Ήταν τότε που ο υπερφίαλος Ιμπραΐμης εξέπεμψε το σήμα: «Ο σώζων εαυτόν σωθήτω» και ο όλος στόλος του, μέσα σε πανικό, αλληλοσυγκρουόταν και διασκορπίστηκε στα Μικρασιατικά παράλια, πολλά φορτηγά του κατελήφθησαν ή βυθίστηκαν και πολλά πολεμοφόδια και αιχμάλωτοι έπεσαν στα χέρια των ελληνικών πλοίων. Λέγεται ότι τότε η Ύδρα γέμισε από ωραία αραβικά άλογα.

Εξαίρετοι ήσαν οι νησιώτες ναυμάχοι στην εκτέλεση των επιχειρήσεων, στην τακτική του πολέμου δηλαδή. Με τη ναυτική επιδεξιότητα (ναυτοσύνη) των
κυβερνητών και ναυκλήρων και την εμπειρία των πληρωμάτων στους χειρισμούς των ιστίων, σε συνδυασμό με την υπεροχή σε ταχύτητα και ευελιξία απέναντι στα 4 ογκώδη πλοία των αντιπάλων, κατόρθωναν να ελίσσονται καλύτερα, να αιφνιδιάζουν επιτιθέμενα ή να διαφεύγουν ταχύτατα όταν απαιτείτο. Στη συνέχεια δε, με την ακολουθούσα εξαπόλυση των πυρπολικών εναντίον της εχθρικής γραμμής, επέφεραν τέτοια σύγχυση, αταξία και φόβο – ανεξάρτητα αν τελικά πυρπολούνταν ή όχι πλοία – εύρισκαν ευκαιρία τα ελληνικά πλοία να πλησιάσουν τα αντίπαλα μέσα στο βεληνεκές των μικρών κανονιών τους. Με την τακτική αυτή οι Έλληνες ναυμάχοι κατόρθωναν να εξουδετερώσουν τα πλεονεκτήματα των Οθωμανών σε αριθμό και μέγεθος πλοίων και σε αριθμό και μέγεθος πυροβόλων.

Όμως, δεν ήσαν όλα ρόδινα στον ελληνικό στόλο. Για να πετύχουν τα στρατηγικά σχέδια και οι τακτικοί χειρισμοί απαιτείτο συντονισμός, έλεγχος και
διοίκηση μεταξύ των συνεργαζομένων μοιρών των τριών νήσων, ακόμα και μέσα στα πλοία κάθε μοίρας. Και αυτό δεν ίσχυε, υπήρχαν προβλήματα μέχρι τέλους.

Ενιαία διοίκηση στον ελληνικό στόλο δεν υπήρχε. Μπορεί να αναγνωρίσθηκε άτυπα και σιωπηρά η πρωτοκαθεδρία του Μιαούλη, αλλά δεν ήταν
αρκετό. Για να εντοπίσουμε τα αίτια πρέπει να ανατρέξουμε στη σύσταση και οργάνωση των πλοίων του ελληνικού στόλου.

Η ιδιόμορφη συντροφοναυτική στρατολόγηση των πληρωμάτων, ο ιδιόρρυθμος εκ καταγωγής αρβανίτικος χαρακτήρας των Υδραίο-Σπετσιωτών και το
ανταγωνιστικό – τοπικιστικό τους πνεύμα, επηρέασαν αρνητικά πολλές επιχειρήσεις και μερικές φορές εξέθεσαν σε κίνδυνο τον ίδιο τον Αγώνα. Παρενθετικά, αναφέρουμε τη διαλυτική επίδραση του εθνικού χαρακτήρα στη διεξαγωγή του θαλάσσιου πολέμου – από τα αιώνια ελαττώματα της φυλής: ατομιστικό πνεύμα, απροθυμία προς συνεργασία και συντονισμό προσπαθειών, που δημιουργούσαν τάσεις σε διχόνοιες και διαιρέσεις. Λένε, για να σταθεί κάποιος σαν καπετάνιος σε υδραίικο καράβι έπρεπε να είναι θηρίο ανήμερο. Επίσης, οι αντιπαλότητες στα υψηλά πολιτικά επίπεδα, οδήγησαν σε εμφύλιους πολέμους και επανειλημμένα στην εγκατάλειψη του Ναυτικού από την Κεντρική Διοίκηση.

Και οι μάχιμοι ρίχτηκαν στη φωτιά της μάχης. Όλοι οι άλλοι, στα μετόπισθεν, κι αυτοί μάχιμοι, με το όπλο της προσευχής, να κρατούν ζωντανή και αισιόδοξη την κοινωνία των νησιών τους και να βοηθούν τη συνέχιση του αγώνα. Κανείς άπραγος. Όλοι επί ποδός, επιστρατευμένοι.

Ο αγώνας ήταν σκληρός και μακρύς, εξουθενωτικός και δυσβάσταχτος. Οι νησιώτες έγραψαν ένα έπος ηρωικό, που μέσα από αφάνταστες δυσκολίες έφερε τη νίκη και την λύτρωση. Όλοι φάνηκαν γενναίοι και υπέροχοι πατριώτες. Πρόσφεραν αίμα και οικογένεια, πλοία και πλούτη. Την ελευθερία την κέρδισαν με τα ίδια τα χέρια τους και με το αίμα τους. Δεν τους την χάρισε κανένας. Έμειναν θρύλος στη λαϊκή μας παράδοση, υμνήθηκαν από τη Μούσα, δοξάστηκαν από τη λογοτεχνία και απαθανατίσθηκαν από τις καλές τέχνες διεθνώς. Η υπέρβαση των τεράστιων 5 ανισοτήτων μεταξύ των αντιμαχομένων και των εσωτερικών ατελειών και αδυναμιών των επαναστατών, εξηγείται και αποδίδεται στη θεία παρουσία σ’ όλο τον Αγώνα. Ας μην ξεχνάμε ότι η εθνική συνείδηση των νησιωτών ήταν στέρεα δεμένη με την χριστιανική τους πίστη.

Τον πρωτεύοντα ρόλο του τρινήσιου ναυτικού στο ’21 μελέτησαν και πρόβαλαν Έλληνες και ξένοι συγγραφείς με ιδιαίτερο τρόπο. Αποσπασματικά,
αναφέρονται:

Ο Σπ. Τρικούπης, ο μεγάλος ιστορικός της επανάστασηε, γράφει: «Τρία ασήμαντα νησίδια (Ύδρα, Σπέτσαι και Ψαρά) αντιπαρετάχθησαν ευτυχώς υπέρ της ελευθερίας όλης της Ελλάδος προς μεγάλην και παλαιάν αυτοκρατορίαν και κατήσχυναν στόλους χιλιάκις και μυριάκις ανωτέρας δυνάμεως διά μόνων εμπορικών πλοίων και δια μόνων των χρημάτων τινών των κατοίκων…εβάστασαν δε και όλον τον ναυτικόν αγώνα διά των ιδιοκτήτων πλοίων, και κατά έτη διά του ιδίου πλούτου. Τινές των πλουσίων κατοίκων αυτών εξ αιτίας των υπέρ πατρίδος χρηματικών θυσιών επτώχευσαν και όλοι ανεξαιρέτως εμίκρυναν τας ουσίας των…»
(Τρικούπη, ‘Ιστορία της Ελληνικής Επανάστασεως’, 1, σελ. 114-118).

Ο Ιωάννης Φιλήμων, αγωνιστής του ’21, δημοσιογράφος: «…Αι τρεις νήσοι της Ύδρας, Πετσών και Ψαρών προωρίσθησαν ως η πρώτη και η όλη βάσις της ενάρξεως του κατά θάλασσαν πολέμου…Ως μη ούσαι ασφαλείς υπό τους Τούρκους, τον αυτόν πάντοτε έπνεον υπέρ της ελευθερίας ζήλον, ως και η Πελοπόννησος και η Στερεά. Ολιγάνθρωποι, κεχωρισμέναι απ’ αλλήλων, ουδέ υπό φρουρίου προστατευόμεναι εν πάση ανάγκη, επί μόνον εστηρίζοντο των πλοίων, και τούτων αναρμοδίων κατά πολεμικού στόλου»
(Φιλήμονος, ‘Δοκίμιον περί της Ελληνικής
Επαναστάσεως’, 1, σελ. 96-97).

Ο Διονύσιος Κόκκινος, ιστορικός, ακαδημαϊκός: «…Χωρίς πλοία, πολλά πλοία και τολμηρούς και ικανούς ναυτικούς, καμμία ελληνική πολεμική κίνησις δεν υπήρξε ποτέ δυνατή. Κατά το 1821 επανάστασις ελληνική, μη διαθέτουσα στόλον, θα ήτο παραφροσύνη…Αι τρεις νήσοι έγιναν οι φύλακες της επαναστάσεως»
(Δ. Κοκκίνου, ‘Η ελληνική επανάστασις’, 1. σελ. 281).

Ο Ελβετός Ιωάννης Ιάκωβος Μάγιερ, φιλέλληνας, ήρωας της Επανάστασης, Πολέμησε γενναία και έπεσε κατά την Έξοδο του Μεσολογγίου· μαζί του σφαγιάσθηκαν η γυναίκα του και τα δύο παιδιά τους. Ετάφη στο Μεσολόγγι, στο «Μνημείο των Ηρώων», κάνει κρίσεις για το ναυτικό των Ελλήνων (απόσπασμα):
«…Οι μεγαλόψυχοι κάτοικοι των τριών ενδόξων νήσων Ύδρας, Σπετσών και Ψαρών· οι γνήσιοι ούτοι υίοι της Ελλάδος απ’ αρχής του παρόντος αγώνος μας, έδειξαν πάντοτε τον αυτόν ένθερμον ζήλον εις όσα απέβλεπον το γενικόν της Πατρίδος όφελος…και ο αγωνοθέτης Θεός και η ευχή της Ελλάδος τους εστεφάνωσε πάντοτε εις δεκαπέντε σχεδόν σημαντικάς ναυμαχίας κατά του υπερηφάνου στόλου του τυράννου· η Ελλάς όλη εν γένει χρεωστεί την μέχρι τούδε συντήρησίν της εις την ναυτικήν δύναμιν των αυτών νήσων και εις τα αθάνατα κατορθώματα των εγκατοίκων των· …κανείς δεν δύναται ν’ αρνηθή, ότι μόνοι αυτοί οι ελεύθεροι άνδρες κατέβαλον και εξώδευσαν πάντοτε εξ ιδίων ποσότητας ολοκλήρων μιλλιονίων· και ότι δεν έχει αναλογίαν με αυτάς ό,τι έλαβον προς αποζημίωσιν…»
(Αναστασίου Ορλάνδου, τ. Β΄. σς.80-83).

——————-

Στη διάρκεια του Ναυτικού Αγώνα οι άρχοντες των τριών ναυτικών νησιών διοίκησαν με καταπληκτική οξυδέρκεια τα κοινά, έδειξαν φρόνημα υψηλό και
πατριωτισμό μεγάλο και διέθεσαν κολοσσιαίες περιουσίες για την οργάνωση και διεξαγωγή του πολέμου. Έδειξαν ικανότητες στη σύλληψη και τον σχεδιασμό των εκστρατειών, ενώ οι πλοίαρχοι φάνηκαν απαράμιλλοι στην εκτέλεσή τους.

Ύδρα, Σπέτσες και Ψαρά. Μια κοινή ιστορική Μοίρα. Μια ξέφρενη και περιπετειώδης πορεία, που προετοίμασε τα υλικά και τα έμψυχα πλούτη. Κι ένας
πολυτάραχος και αιματηρός κοινός αγώνας για να τα καταδαπανήσουν όταν χρειάστηκε, αγώνας ηρωικός και εθνικού μεγαλείου. Χωρίς αυτές τις συμπτώσεις της ιστορικής σκοπιμότητας, η σκλαβιά θα ήταν ακόμη εδώ και θα πλάκωνε τα χώματα και τα κόκαλά μας.

Ας χρωστάμε χάρη στο πεισματάρικο αρβανίτικο κεφάλι των ΥδραίοΣπετσιωτών που βάλθηκε να κατακτήσει τη θάλασσα. Ας ευλογούμε την παλικαριά
εκείνων που έμαθαν να χειρίζονται σχοινιά και φλόκους, τόσο καλά όσο και τρομπόνια και κανόνια. Ας ευγνωμονούμε το εμπορικό πνεύμα του άρχοντα που απόκτησε δύναμη και την έδωσε απλόχερα για την ελευθερία. Όλοι αυτοί μας άφησαν μια μεγάλη κληρονομιά, όταν αποσύρθηκαν από το προσκήνιο όχι πλουσιότεροι, αλλά ενδοξότεροι, όπως αρμόζει στους μεγάλους. Τιμή και δόξα σ’ αυτούς.

Δημήτριος Α. Λισμάνης

Σύντομο Βιογραφικό του Δημητρίου Αναστ. Λισμάνη

Σύντομο Βιογραφικό

Γεννήθηκε στον Πειραιά από γονείς Υδραίους. Απόγονος ναυμάχων και πυρπολητών του 1821, από τους δύο γονείς.

Εισήλθε στη Σχολή Ναυτικών Δοκίμων, πρώτος και αρχηγός της τάξης του. Αποφοίτησε με άριστα ως Αξιωματικός Σημαιοφόρος μάχιμος.

Ως αξιωματικός φοίτησε στις Σχολές του Πολεμικού Ναυτικού και τις Ναυτικές Σχολές Πολέμου – κατωτέρων και ανωτέρων αξιωματικών – με άριστη διάκριση, και έλαβε συγχαρητήρια διάκριση και από τον ναύαρχο Αρχηγό του Αμερικανικού Ναυτικού.

Σπούδασε επίσης σε Σχολές του εξωτερικού: U.S. Naval War College – Master’s with Distinction (in Strategy, Management and Naval Operations), U.S. Fleet Gunnery School, U.S.Naval Gun Fire Control System, U.S.Naval Guided Missile School. Παρακολούθησε επιτυχώς και το U.S. Industrial College of the Armed Forces, με αλληλογραφία. Παρακολούθησε τα τμήματα «Διοίκησης Επιχειρήσεων» στο Οικονομικό Πανεπιστήμιο Αθηνών.

Tου απονεμήθηκαν τα Πτυχία Επιτελούς και Ναυτικής Πυροβολικής.

Υπηρέτησε σε πλοία του στόλου ως Αξιωματικός Πυροβολικού, Ύπαρχος, Επιστολεύς Διοικήσεως, και Κυβερνήτης.

Υπηρέτησε, επί 18 μήνες σε αντιτορπιλικό κατευθυνόμενων βλημάτων του Αμερικανικού Ναυτικού, ως Missile Fire Control Officer και επικεφαλής ομάδος ελληνικού πληρώματος, στο 2ο Αμερικανικό Στόλο του Ατλαντικού και στον 6ο  στόλο της Μεσογείου.

Διετέλεσε κυβερνήτης του πλοίου του τότε Βασιλέως Κωνσταντίνου. Υπηρέτησε ως Διευθυντής της Διοίκησης του Ναυστάθμου Σαλαμίνας και στo Διακλαδικό Επιτελείο Επιχειρήσεων του Συμμαχικού Πεδίου Βολής Κατευθυνόμενων Βλημάτων Κρήτης.

Υπήρξε Διοικητής της Ναυτικής Σχολής Πολέμου, καθώς και Διευθυντής Οπλικών Συστημάτων του Γεν. Επιτελείου Ναυτικού(ΓΕΝ), Διευθυντής Πολιτικής και Ναυτικής Σχεδίασης του ΓΕΝ και Διευθυντής του Κλάδου Α’ Επιχειρήσεων του ΓΕΝ (συγχρόνως Επιτελάρχης, Commander Eastern Mediterranean). Διετέλεσε Υπαρχηγός  του ΓΕΝ.

Δίδαξε στη Σχολή Ναυτικών Δοκίμων τα μαθήματα Ναυτιλίας και Ναυτικής Πυροβολικής. Δίδαξε, επίσης, και στη Ναυτική Σχολή Πολέμου.

Τοποθετήθηκε ως Ναυτικός Ακόλουθος στην Ουάσιγκτον (συγχρόνως Εθνικός Αντιπρόσωπος, Supreme Allied Command Atlantic). Εκπροσώπησε, κατ’ επανάληψη, το Πολεμικό Ναυτικό σε συνέδρια στο Στρατηγείο του ΝΑΤΟ στις Βρυξέλλες. Συμμετείχε σε αποστολές στο εξωτερικό για διαπραγμάτευση αποκτήσεως ναυτικών μονάδων και οπλικών συστημάτων, και για παραλαβή πολεμικών πλοίων από το εξωτερικό.

Τιμήθηκε με παράσημα και μετάλλια του Πολ. Ναυτικού, καθώς και με ξένα:  U.S. Medal of the Legion of Merit, U.S. Navy Commendation Medal for Military Merit, U.S. Navy Unit Commendation Ribbon. Ονομάσθηκε επίτιμος δημότης πόλεων των Η.Π.Α.

Μελέτες του έχουν βραβευθεί από το ΓΕΝ και το Αρχηγείο Ενόπλων Δυνάμεων. Ιστορική έρευνά του «Υδραίοι, Πρόδρομοι και Ναυμάχοι του ’21» τιμήθηκε έλαβε το Βραβείο της Ακαδημίας Αθηνών 1999.

Αποστρατεύθηκε με το βαθμό του Αντιναυάρχου.

Στη συνέχεια διετέλεσε μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου του Αμερικανικού Κολλεγίου Ελλάδος και Διευθυντής Ανάπτυξης. Έχει στο ενεργητικό του αρκετό συγγραφικό έργο, και εξακολουθεί να αρθρογραφεί για θέματα ναυτικού ιστορικού περιεχομένου και γεωστρατηγικής.

Είναι μέλος Ναυτικών Συνδέσμων και Ιστορικών Συλλόγων. Αποτελεί σήμερα μέλος της Επιτροπής του Δήμου Ύδρας «Η Ύδρα για το ’21».

Πίνακες από την προσωπική συλλογή του Δημητρίου Αναστ. Λισμάνη